Ήρθε η ώρα, μετά από 14 χρόνια, να ξεκολλήσω.
Τη φυλούσα μέσα σε ειδική συσκευασία για να την προστατεύσω από το Χρόνο.
Δέχομαι το Χρόνο, δέχομαι και τη φθορά του. Την αφήνω να πεθάνει λοιπόν.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν μία (και μόνο) εικόνα, αλλά περίπου 30.
Η διπλωματική μου εργασία στο Πολυτεχνείο είχε θέμα
"ένα εκπαιδευτικό πάρκο με θέμα την ελληνική μυθολογία για παιδιά ως 12 ετών"
και ήταν όλα μου τα όνειρα μαζεμένα. Μαζεμένα σε μία γροθιά, με μια αιχμή.
Συμπτωματικά, την ίδια μέρα, βρέθηκα με ένα παλιό μου συμφοιτητή, νυν καθηγητή στο παν/μιο πάτρας στην αρχιτεκτονική σχολή. Πήγαμε τη βόλτα μας, τσιμπήσαμε, ήπιαμε και μια μπυρίτσα και συζητήσαμε μια άλλη αποκαθήλωση - αυτήν της Αρχιτεκτονικής. Δεχόμαστε την αποκόλληση (και απεξάρτηση) από τις Προσμονές της αρχιτεκτονικής φιλοδοξίας, από τα όνειρα που δε θα ζήσουν πια γιατί ποτέ δε ζούσαν.
Και χωρίσαμε αισιόδοξα, δεχόμενοι όχι μόνο το χαρούμενο θάνατο των ιδεών (πού'σαι ρε "twilight of the idols"), αλλά και το γεγονός ότι τα όνειρα δεν έχουν ανάγκη από το κοινωνικό τους πλαίσιο και την ένταξη σε πλαίσια αναγνώρισης και "δόξας". Τα όνειρα ζουν μέσα στις ψυχές μας μονήρη, πεισματάρικα, και τρώνε από τις προσμονές μας για προσωπική - και μόνο- ικανοποίηση.
Κάποτε (μπορεί) να τα μαζέψω σε μία συλλογή ιδεών και σκίτσων, χωρίς την αγωνία της υλοποποίησης. Μπορεί να τελειώσω και το ρημαδο-διδακτορικό κάποτε. Ποιός ξέρει. Μπορεί και όχι. Όχι σε τίποτα. (δύο αρνήσεις=μιά κατάφαση, ή απλά λεκτική παραπλάνηση ενός σχιζοειδούς ονειροβάτη).
Σίγουρα πάντως -κρυφά- κράτησα κάποια σκίτσα στο σκοτεινό μου (υποσυνείδητο) συρτάρι.





