"Πως ο δρόμος τούτος είναι μακρύς και πολυώδυνος, οι πιο φωτισμένοι από μάς τό 'χουμε αρκετά διδαχτεί, γιατί κρυμμένη είναι της φύσης η αλήθεια, κι η δικαιοσύνη της πολύ πιο δυσεξιχνίαστη απ' ότι στοχάζεται ο αφιλοσόφητος νους, και αποδιώχνει με άτεγκτη σκληράδα ... και δοκιμάζει σκληρότερα τους δικούς της"
Δημήτρης Πικιώνης, Το πνεύμα της παράδοσης, Δ.Πικιώνη Κείμενα, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1987
Καιροί περίεργοι. Για πολλούς δύσκολοι. Με άλλο "χρώμα" για τον καθένα, με άλλη μελωδία.
Διαβάζω, ακούω, βλέπω.
Σαν αλχημιστής παλιός, σκονισμένος, μαζεύω τη διάθεσή μου σε μπουκαλάκια αόρατα και τη δίνω σε εσάς ψιθυρίζοντας τα μαγικά λόγια, τις δυσπρόσιτες λέξεις. Να διώξουμε τα πολυώδυνα σκοτεινά στενάκια, να περπατήσουμε σε φωτεινούς διαδρόμους, να γελάσουμε με τις βροχές και να παίξουμε τους ήλιους.
(σκέφτομαι απλά να πάω για μια βουτιά να συλλέξω τις αχτίδες που ξετρυπούν το νερό και κρύβονται στα βράχια.)
Καλή ημέρα σε όλους.
Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008
Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008
Κάστρο Fournier
Κάπου εκεί, στο δρόμο από Χαλαζόνι (χωριό της Δυτ. Πελοπον.) προς Φιλιατρά, στην παραλία, υπάρχει αυτό το περίεργο κάστρο. Βρέθηκα εκεί με φίλους, και μόλις το εντόπισα, πήρα κατευθείαν τη φωτογραφική μηχανή να απαθανατίσω αυτό το βασίλειο του κιτς.
"Όχι ρε γαμώτο... Είναι δυνατόν; Και ποιός έδωσε λεφτά γι' αυτό το πράγμα;", ήταν το πρώτο που σκέφτηκα.
Πήρα φόρα και άρχισα ΑΜΕΣΩΣ να εντοπίζω μία-μία τις κατασκευαστικές ατέλειες, τις μορφολογικές ανακολουθίες, τις κακοτεχνίες. Έβγαλα φωτογραφίες, το φχαριστήθηκε η ψυχή μου. Κατέγραψα τα πάντα. Χάλια κουφώματα, περίεργες και εκτός τόπου αναλογίες, κακοσυντηρημένο, κλπ. κλπ. Περήφανος για το "εύρημα", προχώρησα. "Θα το δείξω στα παιδιά", σκέφτηκα, και προσέθεσα: "σαν παράδειγμα προς αποφυγήν". Με ένα χαμόγελο ΝΑ, τεράστιο, προχώρησα. Έφτασα στην επιγραφή, σήκωσα το φρύδι, χαμογέλασα. "Τί λέει ρε", είπα μέσα μου.
Ώσπου ξαφνικά είδα αυτό:
Βουβάθηκα μεμιάς. Ένιωσα ένα μηδενικό. "Μέτρα τον άνθρωπο σε σχέση με το ποσό της ευτυχίας που χαρίζει στους συνανθρώπους του". Ένα μεγάλο μάθημα για την κριτική που ασκούμε, ο καθένας στον κλάδο του, ένα μάθημα για τους τρόπους που έχουμε διαμορφώσει να "μετράμε" ανθρώπους και ζωή. Μετά από τότε, έχω γίνει πολύ προσεκτικός. Τί λέω, για ποιόν το λέω. Εύκολη είναι η κριτική για ανθρώπους εγωκεντρικούς και αφιλοσόφητους, και λυπάμαι που ήμουν έτσι επιπόλαιος (ευτυχώς, και μαζί και δυστυχώς, ήμουν μόνος, και οι σκέψεις βαριές).
Σας προσφέρω τις σκέψεις μαζί με το περιτύλιγμα του παραμυθιού.Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008
Η μικρή Sonjatou (2)

Λίγες απαραίτητες διευκρινίσεις:
Κάποτε (πολύ παλιά - ούουου) δούλευα σε ένα γραφείο όπου η γυναίκα του εργοδότη είχε φτιάξει ένα παραμύθι και ήθελε να δοκιμάσει να το εκδόσει. Μου έδωσε το παραμύθι να το διαβάσω και να της κάνω μία πρόταση εικονογράφησης. Όταν το διάβασα, σκέφτηκα ότι κάποια παραμύθια πρέπει να απαγορεύονται. Απλά.
Του είχε δώσει τον τίτλο La fee au lait (η νεράϊδα του γάλακτος) - σαν αρνάκι γάλακτος ένα πράγμα και η ηρωίδα ήταν ένα κοριτσάκι με όνομα "η μικρή ονειρευετόλα" (!).
Το κοριτσάκι λοιπόν είχε επινοήσει ένα μαγικό ραβδί το οποίο και βούταγε μέσα στο -αγαπημένο της- γάλα και το κουνούσε, το κουνούσε, το κουνούσε το ρημάδι ώσπου έκανε μια κουζίνα σήχρηστη, γεμάτη γάλατα παντού, από τοίχους μέχρι ντουλάπια, πατώματα, όλα. Μέσα στα σχήματα από τα γάλατα τα πεταμένα, "έβλεπε" (βλ."ενόραση";) σχήματα, πράγματα, ιππότες και κάστρα.
Μια φορά μπήκε η μαμά της μέσα στην κουζίνα, τα είδε όλα η γυναίκα (στην κυριολεξία) και αντί να την αρχίσει στις γρήγορες, την "επέπληξε" ελαφρώς ώσπου η "ονειρευετόλα" αναφώνησε "καλά, καλά, θα τα καθαρίσω. Και μετά θα γίνω μάγισσα".
Κάπως έτσι τέλειωνε το παραμύθι.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν μικροί μου φίλοι, με το σενάριο αυτό παραλίγο να ξεράσω (σιχαίνομαι και το γάλα). Στην αρχή σκέφτηκα να αρνηθώ την εικονογράφηση, αλλά μετά από δεύτερη σκέψη αποφάσισα (και δεδομένου ότι με σαγηνεύουν τα δύσκολα, δεν αντέχω τα εύκολα, τα βαριέμαι φριχτά) να το τολμήσω.
Προκύψανε κάποια σκιτσάκια λοιπόν, και η κυριούλα πήγε στον εκδότη.
Μαντέψτε τη συνέχεια:
Μου μεταφέρθηκε ότι ο εκδότης "αρνήθηκε" να το εκδόσει. Δεν έμαθα ποτέ αν ο εκδότης φώναξε την Πρόνοια ή αυτοκτόνησε, δεν έμαθα τον τρόπο που διαφώνησε, έμαθα απλά ότι διαφώνησε. Και τον ευχαριστώ γι' αυτό! Δε θά θελα να έχω συνεισφέρει σε κάτι τόσο απαίσιο.
Μου μείνανε λοιπόν τα σκιτσάκια και υποσχέθηκα κάποτε να βρω μια άλλη ιστορία, ίσως με την ίδια ηρωίδα (με άλλο όνομα φυσικά - ακους εκεί "ονειρευετόλα", θυμίζει τα πάντα μέχρι κατσαρόλα).
Δεν έχω σκεφτεί τίποτα προς το παρόν, οπότε δέχομαι προτάσεις.
Όσο για τα σκιτσάκια, δεν ξέρω εσείς τί λέτε, αλλά εγώ πολύ τα αγαπάω...
Κάποτε (πολύ παλιά - ούουου) δούλευα σε ένα γραφείο όπου η γυναίκα του εργοδότη είχε φτιάξει ένα παραμύθι και ήθελε να δοκιμάσει να το εκδόσει. Μου έδωσε το παραμύθι να το διαβάσω και να της κάνω μία πρόταση εικονογράφησης. Όταν το διάβασα, σκέφτηκα ότι κάποια παραμύθια πρέπει να απαγορεύονται. Απλά.
Του είχε δώσει τον τίτλο La fee au lait (η νεράϊδα του γάλακτος) - σαν αρνάκι γάλακτος ένα πράγμα και η ηρωίδα ήταν ένα κοριτσάκι με όνομα "η μικρή ονειρευετόλα" (!).
Το κοριτσάκι λοιπόν είχε επινοήσει ένα μαγικό ραβδί το οποίο και βούταγε μέσα στο -αγαπημένο της- γάλα και το κουνούσε, το κουνούσε, το κουνούσε το ρημάδι ώσπου έκανε μια κουζίνα σήχρηστη, γεμάτη γάλατα παντού, από τοίχους μέχρι ντουλάπια, πατώματα, όλα. Μέσα στα σχήματα από τα γάλατα τα πεταμένα, "έβλεπε" (βλ."ενόραση";) σχήματα, πράγματα, ιππότες και κάστρα.
Μια φορά μπήκε η μαμά της μέσα στην κουζίνα, τα είδε όλα η γυναίκα (στην κυριολεξία) και αντί να την αρχίσει στις γρήγορες, την "επέπληξε" ελαφρώς ώσπου η "ονειρευετόλα" αναφώνησε "καλά, καλά, θα τα καθαρίσω. Και μετά θα γίνω μάγισσα".
Κάπως έτσι τέλειωνε το παραμύθι.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν μικροί μου φίλοι, με το σενάριο αυτό παραλίγο να ξεράσω (σιχαίνομαι και το γάλα). Στην αρχή σκέφτηκα να αρνηθώ την εικονογράφηση, αλλά μετά από δεύτερη σκέψη αποφάσισα (και δεδομένου ότι με σαγηνεύουν τα δύσκολα, δεν αντέχω τα εύκολα, τα βαριέμαι φριχτά) να το τολμήσω.
Προκύψανε κάποια σκιτσάκια λοιπόν, και η κυριούλα πήγε στον εκδότη.
Μαντέψτε τη συνέχεια:
Μου μεταφέρθηκε ότι ο εκδότης "αρνήθηκε" να το εκδόσει. Δεν έμαθα ποτέ αν ο εκδότης φώναξε την Πρόνοια ή αυτοκτόνησε, δεν έμαθα τον τρόπο που διαφώνησε, έμαθα απλά ότι διαφώνησε. Και τον ευχαριστώ γι' αυτό! Δε θά θελα να έχω συνεισφέρει σε κάτι τόσο απαίσιο.
Μου μείνανε λοιπόν τα σκιτσάκια και υποσχέθηκα κάποτε να βρω μια άλλη ιστορία, ίσως με την ίδια ηρωίδα (με άλλο όνομα φυσικά - ακους εκεί "ονειρευετόλα", θυμίζει τα πάντα μέχρι κατσαρόλα).
Δεν έχω σκεφτεί τίποτα προς το παρόν, οπότε δέχομαι προτάσεις.
Όσο για τα σκιτσάκια, δεν ξέρω εσείς τί λέτε, αλλά εγώ πολύ τα αγαπάω...
Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008
Σάββατο 30 Αυγούστου 2008
Mεσημεριανοκαλοκαιρινό χαρουμενοβροχάκι

Ξεκίνησα να χαζεύω στον υπολογιστή ώσπου συνειδητοποίησα ότι κάποιος περίεργος για την εποχή ήχος ξετρύπαγε την ηρεμία του μεσημεριού. Βαριές στάλες βροχή, κι αυτές νωχελικές λόγω της ώρας μάλλον. Σαν χαϊ-κου αισθάνθηκα. Έχασα τον ειρμό μου, δε θέλω να χαζέψω στον υπολογιστή. Έχω μια λαχτάρα να μυρίσω τη βροχούλα. Σας αφήνω κεφάτα.
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008
Το πρόσωπό μας
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008
Τελικά βοηθάνε αυτές οι περιβόητες "διακοπές";
Φωτογραφίες από ηλιοβασιλέματα, από ανατολές (για άλλους πριν κοιμηθούν και για άλλους μόλις ξυπνήσουν) που μετά μανίας "μεταφορτώνονται" (ελληνιστί : απλόουντεντ) στα ιστολόγια, στα facebooks κάθε είδους, μπαίνουν σε άλμπουμς, και παρουσιάζονται σε συναθροίσεις σε σπίτια - σε λάπτοπ φυσικά.
Καλύτερα να μην αναφέρω το απαίσιο πλην όμως ανόητο "καλό χειμώνα", που πέφτει βαρύ, σχεδόν σα ταφόπλακα, υποσχετικά με χαιρέκακη μοχθηρότητα να σιγουρέψει ότι "πάνε αυτά που ήξερες τώρα", "κάθε κατεργάρης στον πάγκο του", και ΄'αλλα συναφή.
Εμείς που είμαστε μέσα σ' όλα αυτά; Βαρεθήκαμε αρκετά; "γεμίσαμε μπαταρίες";
Φαντάζομαι ότι για κάποιον που θέλει να το ψάξει, η γλώσσα μας (σε επίπεδο εθίμου περισσότερο) έχει μια σειρά από εκφράσεις του Τέλους της ανάπαυλας και την Αρχή του νέου "μαγγανοπήγαδου".
Για τον καθένα, οι διακοπές είναι τελείως διαφορετικό πράγμα. Άλλος θέλει την Ελούντα του (σαν εξελληνισμένο όνομα νεόπλουτης μεγαλογκόμενας ακούγεται), άλλος τα ταβερνάκια του, άλλος να σημειώσει πόσες φορές "τά' σπασε" στα κλαμπομπαράκια.
Ο καταπιεσμένος εργαζόμενος τα "σπάει" διαφορετικά από τον καταπιεσμένο γιάπι, ή έστω τον καταπιεσμένο ροκά.
Και όλοι, με την οργή της καταπίεσης στο ένα χέρι και με το πρόσχημα της ελευθερίας που υπόσχονται / διατείνονται οι διακοπές, έρχονται μενόμενοι να τα "σπάσουν", ο καθένας με τον τρόπο του. Ξεχνάνε λοιπόν τους άλλους που είναι γύρω τους, αυτούς που απλά είναι εκεί χωρίς να κάνουν διακοπές και τους άλλους που κι αυτοί κάνουν διακοπές αλλά με ίσως διαφορετικό στόχο, και τα "σπάνε". Ποιά "σπάνε"; Σίγουρα τα νεύρα μας πάνω απ' όλα.
Ξεσαλώνουν. Οι σκαφάτοι κάνουν αγώνες στις παραλίες, οι δήθεν έθνικ παίζουν με τα αυτιά μας ταμ-ταμ στις παραλίες, οι ρασταφαράδες έστι, οι ροκάδες αλλιώς. Οι γυαλιστερές γκόμενες φοράνε ό,τι προλαβαίνουν, μιλάνε όσο προλαβαίνουν, και γενικά όλοι κάνουν ό,τι προλαβαίνουν. Μετά μανίας, με την ανάγκη σχεδόν ζωγραφισμένη στα ρούχα και στα πρόσωπα. Αγωνία.
Διακοπές ρε παιδιά! Γαλήνιες, νήνεμες, ποιός κάνει; Διακόπτει κανείς τον τρόπο ζωής που τον κουράζει; Δεν κουράζεστε με τις διακοπές;
Ίσως γι' αυτό χρειάζονται οι διακοπές μετά από τις διακοπές!
Και μετά; Επιστροφή του "κατεργάρη"; στον ίδιο πάγκο;
Ρε κατεργάρη, μπας και θα βόλευε ν' αλλάξεις και τίποτα στην καθημερινότητά σου;
Έκατσες καθόλου να το σκεφτείς, ή δεν "πρόλαβες"; Τα άλλα τουλάχιστον τα πρόλαβες;
Ελπίζω να προλάβατε αυτά που θέλατε. Πραγματικά σας το εύχομαι.
Πιο πολύ όμως ακόμα, σας εύχομαι να μπορέσετε να αλλάξετε αυτόν τον "πάγκο" του κατεργάρη για να μην έχουμε την ανάγκη και την αγωνία.
Οι διακοπές είναι πολύ πιο γλυκές με νηνεμία.
Η Κλακταρόμπ
Χαζεύοντας τον κόσμο που εισέβαλλε μαζί μας στο Νησί των Πειρατών, διαπιστώσαμε για μια ακόμη φορά την αδυναμία της νέας ελληνικής γλώσσας να εκφράσει σε όλο της το μεγαλείο την ποιότητα του κοσμου. Γι' αυτό ΣΧΕΔΙΑΣΑΜΕ προσεκτικά αυτήν την υπέροχη νέα λέξη: τη γνωσή -πια- σε όλους μας Κλακταρόμπα . Θα μπορούσαμε απλά να βάλουμε μια φωτογραφία να μιλήσει μόνη της, αλλά θα προχωρήσουμε σε λεπτομέρειες. Η Κλακταρόμπα (συνήθως γένους θηλυκού, σε ειδικές περιπτώσεις απαντάται και στο αρσενικό, ο θεός να το κάνει) είναι η γυναίκα εκείνη που επισκέπτεται την παραλία εφοδιασμένη καταρχήν με τα τακούνια της (εξ' ου και το "κλακ-κλακ-κλακ"), διάφορα άλλα γυαλιστερά αξεσουάρ (στρας στο μπικίνι, γυαλιά-γιγάντια κάτοπτρα, χρυσαφικά,κλπ) και μιλάει πολύ χωρίς να λέει τίποτα. Νέα (ή που δείχνει / ή που θα θελε να δείχνει) με γυαλιστερ'ή εμφάνιση. Ενίοτε η ενδυμασία περιλαμβάνει ρόμπα (βλ. robe de chambre/ paralia) και αν είσαι μαζί της, σίγουρα σε κάνει ρόμπα!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


